διαδηλέομαι

διαδηλέομαι,
A do great harm to, rend in pieces,

ὀλίγου σε κύνες διεδηλήσαντο Od.14.37

, cf. Theoc.24.85, A.R.2.284, Agath.5.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαδηλησάμενοι — διαδηλέομαι do great harm to aor part mp masc nom/voc pl διαδηλέομαι do great harm to aor part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδηλήσασθαι — διαδηλέομαι do great harm to aor inf mp διαδηλέομαι do great harm to aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδηλήσηται — διαδηλέομαι do great harm to aor subj mp 3rd sg διαδηλέομαι do great harm to aor subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδηλήσονται — διαδηλέομαι do great harm to fut ind mp 3rd pl διαδηλέομαι do great harm to fut ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεδηλήσαντο — διαδηλέομαι do great harm to aor ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεδηλήσασθε — διαδηλέομαι do great harm to aor ind mp 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεδηλήσατο — διαδηλέομαι do great harm to aor ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.